Μένη μου γλυκιά

.

Facebookgoogle_pluslinkedininstagram

Τον Μάρτιο του 1936, η Μελπομένη Μόσχου, είχε το διαβατήριο με αριθμό 1470 των εκδόσεων “Βασίλειον της Ελλάδος”, το οποίο, εκτός έγκυρης ανανέωσης, ίσχυε για έναν χρόνο, μία χώρα και ένα μόνο ταξίδι.

Η Μέλπω στα 21 της χρόνια, ήταν παντρεμένη με τον Απόστολο και εκείνη την χρονιά ανανέωσε 4 φορές το διαβατήριο με νούμερο 1470 με προορισμό την Αίγυπτο: τον Απρίλιο, τον Ιούλιο, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο.

Ο Απόστολος Μόσχος ήταν ένας περήφανος κι επιβλητικός άντρας που είχε έρθει στην Αθήνα “ξυπόλητος από την Λαμία” και πηγαινοερχόταν στην ξενιτιά για να βγάλει το ψωμί του. Η Μέλπω ακολουθούσε πάντα πιστά.

Ο έρωτας της για τον Απόστολο, παρέμεινε αμετακίνητος για πέντε χρόνια. Μέχρι την 28η Δεκεμβρίου του 1938, την ημέρα που γνώρισε τον καινούργιο της έρωτα. Την ημέρα που γέννησε τον Γιώργο της.

Τον Δεκέμβριο του ΄40, λίγο πριν κλείσει ο Γιώργος τα 2 του χρόνια, ο Απόστολος έχει φύγει ξανά στην ξενιτιά. Από την Αθήνα, η Μέλπω γράφει:

Αγαπημένε μου Απόστολε,  Σου στέλνω αυτή την φωτογραφία με την μεγαλύτερη συγκίνηση. Ξέρω πόσο θα χαρείς όταν μας δεις. Το παιδί είναι τόσο καλά όσο το βλέπεις εκεί, ίδιο. Σου στέλνομε πολλά φιλιά και οι δυό μαζί. Μέλπω. Αθήνα, 7 δεκεμβρίου 1940

Δεν είχα ιδέα για τα ταξίδια στην Αίγυπτο, ούτε για τα επόμενα σε Βραζιλία και Βενεζουέλα. Τα έμαθα όλα μαζί, χάρη σε κάτι πλαστικές σακούλες Κατράντζος Σπόρ κρυμμένες στο πατάρι. Όταν, πλέον, όλοι είχαν φύγει.

Την γιαγιούλα Μέλπω την έζησα μέχρι τα 32 μου. Δεν μιλούσε ποτέ για το παρελθόν, όμως μέσα στα μάτια μου πάντα έψαχνε σιωπηρά τον Γιώργο της. Χάιδευε τα μαλλάκια μου ψιθυρίζοντας: “Έχεις πάρει το κεφαλάκι του …”.

Όταν ήμουν μικρή με φώναζε “Μένη” και μερικές φορές της ξέφευγε ακόμα κι όταν είχα μεγαλώσει. Με συμβούλευε να κοιτάω πάντα μπροστά, καταλαβαίνοντας πως είχα παραμερίσει την ανάγκη μου “να ανήκω κάπου”: “Να ξέρεις πως, πίσω από αυτήν την πόρτα θα υπάρχει πάντα κάποιος να σε περιμένει”, μου υπενθύμιζε διακριτικά.

Στις 11 Ιουνίου του 1996, επιστρέφοντας από ένα μεγάλο ταξίδι, με πηγαίνουν κατευθείαν από το αεροδρόμιο στο νοσοκομείο. Στο δρόμο, η καλή μου φίλη Ευθυμία, προσπαθεί να μου εξηγήσει πως τα πράγματα δεν είναι καλά, η γιαγιούλα λέει συνέχεια το όνομα μου, με ψάχνει.

Εγώ, δεν ακούω. Η δικιά μου η γιαγιά είναι αθάνατη.

Πίσω στο σπίτι, η γιαγιούλα δεν με περιμένει. Τα τσουβαλιασμένα γράμματα, τα αποσελιδοποιημένα/φθαρμένα/δυαλιμένα? διαβατήρια και οι χύμα φωτογραφίες παραμένουν καρτερικά στο πατάρι, με την ευχή κάποιος να τ΄ανακαλύψει. Απηυδισμένα από τόσα χρόνια κλεισούρας, καταλαβαίνουν ότι είμαι η τελευταία τους ευκαιρία. Αρχίζουν και κάνουν θόρυβο.

Τα ακούω και τα βρίσκω. Μου χαμογελούν γιατί ξέρουν. Η γιαγιούλα κράτησε την υποσχεσή της. Ήταν εκεί και με “περίμενε”.

Είναι τόσα πολλά… Δεν ξέρω ποιο κουτί ν΄ανοίξω πρώτο… Ποιό γράμμα να διαβάσω… Σε ποιά φωτογραφία να ψάξω το προσωπό της …

Δύο κουτάκια είναι διαφορετικά. Το ένα σαν καινούργιο. Το ανοίγω. Έχει φωτογραφίες του Γιώργου της, του πατέρα μου, που γνώρισα τόσο λίγο, χωρίς να τον θυμάμαι. Της ήταν σημαντικό να ξέρω ότι ήταν γεμάτος από καλωσύνη, ότι δεν φοβόταν τίποτα, ότι ήταν παλληκάρι.

Ο Απόστολος, λέει, ήθελε να τον κάνει μαραγκό, “… πήγε για λίγο ο Γιώργος, αλλά δεν μπορούσε με τον πατέρα του…”, έλεγε γλυκομίλητα. Και πρόσθετε με χαμηλή φωνή: “Ευτυχώς!”.

To δεύτερο κουτί είναι κιτρινισμένο. Τυλιγμένο σαν μωρό σε πλαστική μεμβράνη, δυσκολεύεται να αναπνεύσει. “Θα φοβόταν μην διαλυθεί” σκέφτηκα. Αφαιρώ την μεμβράνη και το ανοίγω.

Βρίσκω τρία αντικείμενα σύν ένα γράμμα γραμμένο βιαστικά, χωρίς σημεία στίξης:

Mένη μου γλυκιά Μοναδική αγάπη της ψυχής μου …

… το 1966 είναι το πρώτο δένδρο που το έπιασε ο πατέρας σου με τα χεράκια του πρίν αρρωστήσει, μετά δυό μήνες δυστυχώς αρρώστησε. Με τι λατρεία σου ετοίμασε αυτο το δένδρο …

Η Άννη με φώναζε Μαρία και απαγόρευε το “Μένη”: “Εσύ θ΄άπαντάς Δεν μένει. Μαρία είναι τ΄ονομά σου!”

Υπάκουα, αλλά, το διασκέδαζα: “Δεν μένει, δεν μένει, δεν μένει… “.

Screenshot-2018-12-23-17.41.08

Πέρασαν χρόνια ώσπου να ψάξω στις φωτογραφίες το δένδρο με το πέταλο του 1966. Βρήκα μία. Δεκέμβρης 1965. Η μαμά μου η Άννη χαμογελάει μπροστά στο δένδρο. Με γαργαλάει κάτω από το φουστανάκι, θέλει να με κάνει να γελάσω. “Τα παιδάκια πρέπει να γελάνε στις φωτογραφίες”, μου είχε πει αργότερα. Εγώ, αντί να γελάσω, ξεκαρδίζομαι. Το προσωπάκι δεν φαίνεται. Της μαμάς, δεν της άρεσε πολύ αυτή η φωτογραφία.

Το 1966 δεν έμελλε να είναι μία τυχερή χρονιά. Η Μέλπω είχε φύλαξει το πέταλο ως ενθύμιο από τα πρώτα Χριστούγεννα του γυιού της ως πατέρας. Ενθύμιο της μεγάλης αγάπης που είχε στην κόρη του. Τότε, δεν υποπτευόταν πως δεν θα υπήρχαν δεύτερα.

… το δέ Μπουκάλι είναι το πρώτο δώρο που μου προσέφερε ο γυιός μου σε ηλικία 17 ετών από το βέλγιο που είχε πάει μ΄ένα ματς…

Έτσι είχε κρατήσει κι αυτό το δώρο. Επειδή ήταν το πρώτο.

42 χρόνια το είχε κρυμμένο σαν θησαυρό, προστατευμένο ασφυκτικά από την μεμβράνη. Ανοίγοντας το κουτί, το άρωμά της διαχύθηκε μέσα στο δωμάτιο. Μέχρι σήμερα παραμένει αναλλοίωτο, εγκλωβισμένο μέσα στο γυάλινο μπουκάλι.

Το ήξερα εγώ ότι η δικιά μου η γιαγιά είναι αθάνατη.

Το τρίτο αντικείμενο είναι ακόμα “ζωντανό”. Αναλλοίωτο κι αυτό μετά από τόσα χρόνια. Μια τούφα από μαλλιά, με χρώμα ίδιο με τα δικά μου.

Τα μαλλάκια σου Μένη μου στα έκοψα λίγο σε ηλικία 4 χρόνων.

Conclusion = not yet framed

… ενθύμια που όταν θα τα δεις πιθανό εγώ να έχω πεθάνει αλλά θα ξέρεις ότι και από τους δύο μας είχες απέραντη αγάπη. η γιαγιούλα σου.