Category Archives: Stories

Portraits, Stories


Each time I ask her how she’s doing, Claudine seldom replies something different: “Waiting… I keep on, waiting..”, she mumbles. After trading all her material possessions in exchange for a decent elderly life, Claudine was placed in a care home a couple of months following her 102nd birthday.

She owned a beautiful flat and many landmark objects testifying a century of memories only to witness today an entire existence being squeezed in a tiny closet. In her newly occupied room, furnitures look like permanent movie sets, serving over and over as final storages of  a few remaining belongings.

Missing her previous life, she avoids any conversation about the things she left behind. “I don’t look back or ahead. Both are painful”.

Condemned to a sharp mind, she fails to connect with the rest of the residents and figures out alternative ways to stay mentally active. The smart recruitment of visitors in potential scrabble adversaries gives her more satisfaction than the actual beating of every single one of them.  I pay her several visits during the year where instead of being a photographer, I’m gradually turning into a scrabble genius.

While "scrabbling" in the large dining room, I understand what she means by not being able to connect with other residents.
They are walking around like this every day without talking. Many rounds, I don't know how many.
We didn't know what was inside the Christmas boxes...I took the red one .. most of the others got coussin-dogs ... but I was lucky, I prefer my little kitten, I like the expression on her face when she is looking through the window.

Caring to be informed about what happens in the world, she listens to the news every day through an analogue radio, then debates quite sharply on a variety of issues, providing interesting and valid arguments.

I came to realize that she wasn’t waiting at all. She’s was struggling to keep a sane mind. The waiting was for the body. Couldn’t possibly follow.

The last time I saw her, it was January. I noticed new objects decorating her room. A month earlier, Christmas gifts in colorful boxes were distributed to all residents. She was happy and, once more, surprised to see me. Couldn’t understand why I kept coming back or what I was getting in return. “I’m of no use to you, I’m of no use to anybody anymore”, she kept on saying. I smiled and said that she was my scrabble coach, a role that she’d better take more seriously.

When I left that day, little kitten was still staring at the sky through the window. Claudine followed me to the door and waved smiling, as if I was never going to see her again. But… she always does that, and I always come back…

Portraits, Stories

kyr Giorgos

Γνώρισα τον κυρ Γιώργο το χειμώνα του 2009 στην Αγιάσο της Μυτιλήνης. Έπινε το καφεδάκι του σ’ ένα απ’ τα καφενεία της πλατείας. Καθόμασταν σε διπλανά τραπέζια. Ένας άλλος κύριος που καθόταν πλάι του, μου έπιασε την κουβέντα.

Ογδόντα πέντε χρονών τότε ο κυρ Γιώργος, με τη γυναίκα του πάντα στο σπίτι, γιατί εκείνη είχε σταματήσει από καιρό να βγαίνει… Είχαν και μια κόρη…

Κάθε πρωί πήγαινε σ’ ένα καλυβάκι, μερικά βήματα από την άκρη του χωριού και καθόταν όλη μέρα με τα ζώα του. Τα τάιζε, έπαιζε φλάουτο, χάιδευε τα γατάκια, μάζευε ντομάτες από το μποστάνι και όταν σουρούπωνε, έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής.

Τον ρώτησα αν θα μπορούσα την επόμενη μέρα να πάω και γω μαζί του. «Ναι» μου απάντησε.


Ο κυρ Γιώργος ήταν ένας πολύ γλυκός άνθρωπος, έμοιαζε όμως ταμένος σε κάποια απουσία… σε κάτι που έλειπε, που δεν ήταν εκεί και που εκείνος το περίμενε κάθε μέρα…

Δεν θυμάμαι τη φωνή του, δεν μίλαγε πολύ κι ούτε θυμάμαι πώς πέρναγε η ώρα. Πέρναγε όμως ήσυχα.. Έχω σκεφτεί πολλές φορές από τότε τον κυρ Γιώργο και το πόσο άνετα ένοιωθα σ’ εκείνο το καλυβάκι. Φωτογράφιζα και δεν ένοιωθε καμιά αμηχανία. Έκανε τις δουλίτσες του φυσικά και ήσυχα, κι εγώ, σαν ήμουν από χρόνια μέρος εκείνου του σκηνικού.

Την τρίτη μέρα του είπα πως την επομένη έπρεπε να φύγω. Του ζήτησα μια διεύθυνση για να του στείλω τις φωτογραφίες κι ένα τηλέφωνο για να μαθαίνω νέα του. Μου τα έδωσε και τα δύο.

Κάτω απ’ τον πλάτανο, πίνοντας μαζί το τελευταίο μας καφεδάκι, ο κυρ Γιώργος μου μίλησε για την κόρη του. Την είχε και την έχασε στα τριάντα δύο της… Για κείνην έπαιζε φλάουτο… Εκείνη συναντούσε κρυφά στο καλυβάκι…

Έτσι ήταν, μελαχρινή, με καστανά μάτια και μακριά μαλλιά. Όχι πολύ ψιλή. Έτσι ήταν… σαν εσένα..